top of page

 

FREE PRISONERS

Memorial honouring the prisoners of the war of 1974

FACTS + CREDITS

Project Team: Christos Chadjichristos, Kyriakos Miltiadou

Stage: Competition / 1st Prize

Type: Public Artwork

Place: Nicosia, Cyprus

Year: 2023

This public work of art commemorates the experience of the Greek-Cypriot prisoners of the 1974 Turkish invasion. It is situated in the south side of the buffer zone that divides the island in a north and south part, and very close to the first checkpoint that opened between the two sides. It is actually the very location these prisoners were released after being transferred by buses from the north. The work is composed of two main elements that intersect obliquely: a box and a horizontal steel line.

The box is composed of two sets of human-like vertical elements, one made out of rusted metal and the other of varnished metal. The two sets encounter each other, symbolizing the prisoners and their relatives who came to the location without knowing whether their men were dead or alive. Found between two horizontal planes, both sets seem to be trapped in a new form of prison since the whole population of Cyprus is still hostage to the new and difficult to resolve political situation created by the war. Traversing these parallel vertical metal elements are glass panes which carry snapshots related to the events of imprisonment and release. Being partly transparent, these images are perceived in a layered manner depending on the observer’s position and the time of the visit. The climatic conditions also influence one’s perception creating a variety of potential experiences.

The horizontal steel line on the ground symbolizes the timeline and positions the events commemorated in a historical context, aiming to avoid misleadingly portraying the event as an isolated incident.

Through the reflection of their image on the glass surfaces, but also with the possibility of being between them, the visitors are offered a sense of agency. Flexible and accessible from different perspectives, paths and viewpoints the memorial is opened to a spectrum of different interpretations and criticism.

Σύγχυση, φωνές, απεγνωσμένες χειρονομίες και συνάμα ένα πάγωμα, λες και ο χώρος και ο χρόνος αναιρούνται, σταματούν να υπάρχουν μπροστά στο μέγεθος των γεγονότων που μόνο με μια πρόταση, διαλύουν αστραπιαία το όριο μεταξύ της ζωής και του θανάτου: «Μανά, ο αρφός μου ο Κωστής εν μαζί σας;» Τελικά την αιχμαλωσία την διαδέχεται μια ελευθερία αλλόκοτη, μια άλλη σκλαβιά. 

 

Η προτεινόμενη σύνθεση, παρόλη την αναφορά της σε όρθια σώματα μέσω των κάθετων μεταλλικών ψηλόλιγνων στοιχείων, φαντάζει άψυχη, μοιάζει να διακατέχεται από μια νεκρική σιωπή, ένα μούδιασμα, μια αμηχανία για την σκληρή πραγματικότητα που αρχίζει να διαφαίνεται. Οι γυάλινες επιφάνειες σε κάθετη κατεύθυνση σε σχέση με τα μεταλλικά στοιχεία τα οποία λες και ανταγωνίζονται, απεικονίζουν μάτια που ρωτούν επίμονα, στόματα που φωνάζουν με απόγνωση, και κορμιά που μιλούν με λυγμούς, αλλά δεν ακούγεται τίποτα. Η ένταση της σιωπηλής αυτής κραυγής ευελπιστεί να μεταφέρει σε μια εικαστική διάσταση την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο χώρο αυτό την αγωνιώδη ώρα της απελευθέρωσης των αιχμαλώτων του 1974 και τη μετάβαση τους από την κυριολεκτική φυλακή σε ένα άλλο είδος φυλάκισης την οποία ακόμα βιώνουν όχι μόνο οι αιχμάλωτοι ή οι πρόσφυγες αλλά όλος ο κυπριακός λαός. Το μνημείο που προτείνεται απεικονίζει αυτή την μετάβαση από την μία φυλακή στην άλλη. Από αιχμάλωτοι γίνονται και παραμένουν, μαζί με όλους εμάς τους υπόλοιπους, ‘ελεύθεροι αιχμάλωτοι’ στον ίδιο τον τόπο τους. Η δομή και φόρμα της τελικής πρότασης μπορεί να θυμίζει κάποιες άλλες αιχμάλωτες όπως τις Καρυάτιδες, ή τα κάγκελα της φυλακής, ίσως και ένα κουτί που φυλάει μέσα του στιγμές και μνήμες, ή μια άλλη Guernica. 

 

Η όλη σύνθεση αποφεύγει να εγκλωβιστεί στη μια ή την άλλη από τις δύο ακραίες προσεγγίσεις που υιοθετούνται συνήθως σήμερα. Η μια είναι η τάση για ένα είδος παθητικής παραστατικής απεικόνισης μιας υπεραπλουστευμένης πραγματικότητας χωρίς ίχνος κριτικής για την ηγεμονική αφήγηση που πλασάρεται στον λαό για εύκολη κατανάλωση. Η άλλη είναι η αποφυγή δύσκολων θεμάτων, όπως αυτό του Κυπριακού, με την υπερβολική αφαίρεση, τον μινιμαλισμό και την επικέντρωση μόνο στην φόρμα. Έτσι, η πρόταση συνδυάζει στοιχεία και από τις δύο προσπαθώντας να προβληματίσει όχι τόσο σε ένα συνειδητό επίπεδο αλλά περισσότερο μέσω της όλης εμπειρίας που εμπλέκει τόσο το νου όσο, τις αισθήσεις αλλά και το συναίσθημα. Σημαντικό στοιχείο της πρότασης είναι η αντι-μνημειώδης κλίμακα του μνημείου. Με την αντανάκλαση της εικόνας του πάνω στις φιγούρες που απεικονίζονται στα στιγμιότυπα, αλλά και με την δυνατότητα να σταθεί μέσα του, ο επισκέπτης τοποθετείται σε μια ανθρώπινη, μια προσωπική σχέση μαζί με την πρόταση. Τα μεταλλικά κάθετα στοιχεία δημιουργούν δύο ομάδες τόσο λόγο του υλικού αλλά και λόγο της θέσης που βρίσκονται. Στη βορειότερη και στενότερη πλευρά της σύνθεσης τα στοιχεία από βερνικωμένο σίδερο αντιπροσωπεύουν τους αιχμαλώτους. Είναι λιγότερα και μοιάζουν να κατευθύνονται προς τον νότο και προς συνάντηση με την μεγαλύτερη ομάδα από οξειδωμένα στοιχεία που στέκουν για τους ‘ελεύθερους’.  Το πάτωμα από οξειδωμένη λαμαρίνα συμβολίζει όλη την Κύπρο ενώ η οροφή από βερνικωμένο σίδερο συμβολίζει την συνεχιζόμενη ‘φυλάκιση’. Οι δύο ομάδες συναντιόνται στο κέντρο, κυριολεκτικά στο σημείο όπου οι αιχμάλωτοι συνάντησαν τους ‘ελεύθερους’ για να μάθουν ο ένας από τον άλλο για πρώτη φορά ποιοι ζουν, ποιοι αγνοούνται και ποιοι έφυγαν. 

 

Όταν ελευθερωθεί ολόκληρο το νησί, η οροφή πάνω από τα οξειδωμένα κάθετα στοιχεία θα αφαιρεθεί. Έτσι , σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα στοιχεία που συνδέουν την πρόταση με το σήμερα κα με εμάς, το μνημείο γίνεται ένα ζωντανό στοιχείο της κοινωνίας και όχι ένα νεκρό απολίθωμα. Σε έντονη αντίθεση με την ηρεμία του μεταλλικού μέρους της πρότασης, οι γυάλινοι πίνακες που τρέχουν, και κυριολεκτικά, κάθετα σε σχέση με τα μεταλλικά στοιχεία, αφήνουν να αναδυθούν εικόνες και στιγμιότυπα από το συμβάν που μνημονεύεται, εικόνες που φορτίζουν συναισθηματικά. Λόγω της διαφάνειας των φωτογραφιών και της τοποθέτησης τους ανα δύο, η εικόνα που αναδύεται κάθε φορά επηρεάζεται από το φως της ώρας και των καιρικών συνθηκών, αλλά και τη θέση του επισκέπτη. Έτσι, η φαινομενική απλότητα της κατασκευής γεννά πληθώρα διαφορετικών αισθητικών εμπειριών. Αναγνωρίζοντας ότι ο πόλεμος και η αιχμαλωσία δεν είναι κάτι που απλά προέκυψε από το τίποτα το 1974, μια γραμμή χρόνου στο έδαφος υπενθυμίζει ότι πριν το συγκεκριμένο συμβάν προηγήθηκαν πολλά άλλα. 

bottom of page